Η ιστορία των καλικάτζαρων γεννήθηκε πριν από πολλά πολλά χρόνια...
Σύμφωνα με την λαϊκή μας παράδοση, η ιστορία των καλικάτζαρων γεννήθηκε πριν από πολλά πολλά χρόνια.
Διαβάστε την ιστορία...
Κατά τον μύθο σε ένα μικρό σπιτάκι μια γυναίκα έφτιαχνε τα γλυκά της για τα Χριστούγεννα. Αφού είχε φτιάξει τα μελομακάρονα, τους κουραμπιέδες και τις βασιλόπιτές της, είδε από το παράθυρό της ότι είχε ξημερώσει. Ξεγελάστηκε όμως γιατί στην πραγματικότητα εκείνο που έλαμπε δεν ήταν άλλο από το φεγγάρι. Άλλωστε λένε ότι «του Γενάρη το φεγγάρι, παρά λίγο να είναι μέρα»..
Έτρεξε γρήγορα και σήκωσε τα παιδιά της, δίνοντας τους και από ένα ταψί με γλυκά να το πάνε για ψήσιμο στο φούρνο. Εκείνα πρόθυμα σηκώθηκαν και ξεκίνησαν με τα γλυκά στα χέρια. Περπατώντας όμως μέσα στα μικρά σοκάκια, η αυγή αργούσε.
Ξαφνικά μέσα στα στενά δρομάκια ακούστηκαν δυνατές φωνές και γέλια. Δεν ήταν άλλοι από τους μικρούς καλικάτζαρους. Αφού πλησίασαν τα παιδιά, τους πέταξαν από τα χέρια ότι κρατούσαν και έστησαν αμέσως τον χορό. Φώναζαν δυνατά, τραγουδούσαν, γελούσαν και χτυπούσαν δυνατά τα ταψιά λέγοντας: «Ω, στραβά ταψιά, τα ψεύτικα ψωμιά, αλλά με τα άσχημα, πηδάτε βρε μπαγάσικα»!
Με το πρώτο λάλημα του πετεινού, οι καλικάτζαροι, πέταξαν τα ταψιά στα κεραμίδια ενός σπιτιού και άρχισαν γρήγορα να τρέχουν με στριγκλιές. Έβγαζαν έξω τις γλώσσες τους που έμοιαζαν με τις κόκκινες φλόγες της φωτιάς και κουνούσαν τις ουρές τους.
Τα παιδιά τα βρήκαν εξαντλημένα στο δρόμο οι κάτοικοι μόλις ξημέρωσε για τα καλά και βγήκαν στο δρόμο. Τους έριχναν αγιασμό για να τα συνεφέρουν. Μόλις αυτά συνήλθαν διηγήθηκαν τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ με τους καλικάτζαρους.
Έτσι, σύφωνα με τα στοιχεία my-family.gr, οι άνθρωποι είχαν τον φόβο να βγουν από τα σπίτια τους πριν ξημερώσει, όλο το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων, μην τυχόν και συναντήσουν στο δρόμο τους, τους «καλικάτζαρους».
Επιπλέον στοιχεία...
Οι καλικάντζαροι είναι μαυριδεροί, τριχωτοί, με ουρά και μακριά χέρια. Ζουν στα έγκατα της γης και με ένα μεγάλο πριόνι αγωνίζονται να κόψουν τον τεράστιο ξύλινο στύλο που κρατά στη θέση της τη γη. Ο στύλος όμως είναι πολύ χοντρός και γι αυτό χρειάζεται μεγάλη και μακρόχρονη προσπάθεια.
Τις παραμονές των Χριστουγέννων τα έχουν σχεδόν καταφέρει και το στήριγμα της γης είναι έτοιμο να κοπεί και να πέσει. Χαρούμενοι που τα κατάφεραν επιτέλους, οι καλικάντζαροι βγαίνουν επάνω τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους και για να μην σωριαστεί η γη στα κεφάλια τους.
Οι καλικάντζαροι είναι χιλιάδες και ξετρυπώνουν στην επιφάνειά της από κάθε τρύπα. Φοβούνται πολύ το φως και γι' αυτό τη μέρα κρύβονται. Βγαίνουν όμως από τους κρυψώνες τους τη νύχτα και πειράζουν τους ανθρώπους. Μικρά και ευκίνητα, καθώς είναι, μπαίνουν στα σπίτια απ' όπου βρουν. Από τις καμινάδες, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες των πορτών και των παραθυριών.
Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα. Λερώνουν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις ακαθαρσίες τους όπου βρουν. Τίποτε βέβαια δεν κλέβουν, αλλά αναστατώνουν τόσο πολύ το σπίτι που το κάνουν αγνώριστο.
Η ονομασία Καλικάντζαροι προέρχεται από το επίθετο «καλός» και από το «κάνθαρος». Η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στην αρχαιότητα. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές σαν έβρισκαν την πόρτα του 'Aδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.
Πολύ αργότερα οι Βυζαντινοί, γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες: ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά για να γλιτώσουν απ' αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι όμως έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν.
Ετσι και σήμερα, οι καλικάντζαροι εξαφανίζονται τα Φώτα με τον αγιασμό των νερών. Φεύγουν τότε λέγοντας: «Φεύγετε να φεύγουμε κι έφτασε ο τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του...»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου